Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΠΟΕ -ΟΤΑ: ΜΗΠΩΣ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ; του Πέτρου Τσιβίδη*



Τα όσα έγιναν στο πρόσφατο συνέδριο της ΠΟΕ ΟΤΑ είναι λίγο πολύ γνωστά, κυρίως λόγω της δημοσιότητας που πήραν τα επεισόδια των δύο πρώτων ημερών από τα ΜΜΕ. Οι τοποθετήσεις συνέδρων, την τρίτη μέρα, που εξελίχτηκαν πιο ομαλά δεν έσωσαν για μια ακόμη φορά την τιμή του συνεδρίου. Πράγματι, δεν είναι η πρώτη φορά που σε συνέδριο της ΠΟΕ ΟΤΑ συμβαίνουν πράγματα τελείως διαφορετικά από αυτά που θα έπρεπε να επιδιώκει και να εξυπηρετεί ένα συνέδριο εργαζομένων.
 Από τα συνέδρια, εκδρομικές εξορμήσεις της δεκαετίας του -90 και της πρώτης δεκαετίας του 2000, όπου η πλειοψηφία των εκλεγμένων τις μέρες των συνεδρίων περιδιάβαιναν τα βουνά και τις παραλίες σε όμορφες περιοχές της χώρας μας και προσέρχονταν στις αίθουσες μόνο την τελευταία μέρα για να ασκήσουν το «ιερό» δικαίωμα της ψηφοφορίας, περάσαμε στα συνέδρια τεχνητών εντάσεων, χουλιγκανικού τύπου αντιπαραθέσεων, αποθέωσης των σκοπιμοτήτων, αυστηρής περιχαράκωσης των παρατάξεων και  γραφειοκρατικής προσήλωσης σε δευτερεύοντα ζητήματα.

 Η κύρια ευθύνη γι αυτή την εξέλιξη αναλογεί στις δυνάμεις που ηγούνται του συνδ. κινήματος στον χώρο και κυρίως στην παράταξη της Συνδ. Ανατροπής (πρώην ΠΑΣΚΕ). Οι αιτίες όμως είναι βαθύτερες και έχουν να κάνουν με τον τρόπο λειτουργίας την οργανωτική δομή τους σκοπούς και την στόχευση, των συνδ. παρατάξεων, αλλά και με την ίδια την πραγματικότητα στο χώρο των Δήμων, ειδικά στα χρόνια της κρίσης.
 Κοιτάζοντας το παρελθόν βλέπουμε ότι υπήρξαν αγώνες σημαντικοί με μαζική συμμετοχή και συγκρούσεις που εμπόδισαν την εφαρμογή αντεργατικών πολιτικών και ικανοποίησαν σημαντικές διεκδικήσεις των εργαζομένων. Κατά κανόνα όμως οι απεργίες κατέληγαν με την ικανοποίηση επιμέρους αιτημάτων όπως επιδόματα, αναδρομικά κλπ. Ήταν οι εποχές των «παχιών αγελάδων» όπου το κράτος είχε την δυνατότητα να δώσει το κάτι τις, οι Δήμαρχοι κάνανε τα στραβά μάτια πληρώνοντας και καμιά απεργία, έτσι και η κοινωνική ειρήνη εξασφαλιζόταν και τα συνδικάτα κατάφερναν να αναπαράγουν  την ύπαρξή τους. Στα χρόνια της κρίσης ανατράπηκε αυτό το «δούναι και λαβείν»  με αποτέλεσμα ο κλάδος να ξεμείνει έστω και από επιμέρους νίκες που θα εξασφάλιζαν την αναπαραγωγή αυτού του μοντέλου συνδ. διαχείρισης . Οι πολύμορφες και δυναμικές, μερικές φορές, κινητοποιήσεις τα πρώτα χρόνια των μνημονίων έδωσαν την θέση τους στην απογοήτευση και αποχή των εργαζομένων με αποτέλεσμα τα ποσοστά συμμετοχής στις απεργίες να πέσουν σε μονοψήφια νούμερα τα δύο τελευταία χρόνια. Η ανάγκη όμως για συνέχιση της ύπαρξης και αναπαραγωγής ενός συγκεκριμένου  συνδικαλιστικού μοντέλου, μιας και η νοοτροπίες  δεν άλλαξαν, έβγαλε στην επιφάνεια, με ακόμη πιο έντονο τρόπο, τις γνωστές από παλιά πρακτικές και συμπεριφορές  (είναι αυτό που λέμε κάποιες φορές ότι η κρίση μας ξεγύμνωσε). Προσπάθεια για έλεγχο των εργαζομένων με όποιο τρόπο θεμιτό ή αθέμιτο, διαχωρισμός – διάσπαση στη βάση ειδικοτήτων και χώρων δουλειάς,  καλλιέργεια πελατειακής νοοτροπίας με προσωπικά βολέματα και μικροεξυπηρετήσεις, συνδιαλλαγή με Δημάρχους για να βοηθούν στην ικανοποίηση των παραπάνω, εντέλει αδυναμία ανάδειξης των πραγματικών προβλημάτων και χάσιμο της ουσιαστικής επαφής με τους εργαζόμενους.
 Η πραγματικότητα  της Τ.Α. χαρακτηρίζεται από την έλλειψη πόρων λόγο των τεράστιων περικοπών, από το πλήθος των εκτάκτων που δουλεύει κυρίως στην καθαριότητα και στις κοινωνικές υπηρεσίες, από την δραματική αύξηση του μέσου όρου ηλικίας μονίμων-αορίστου που έχει ξεπεράσει τα 45 λόγω απαγόρευσης προσλήψεων, από την έλλειψη σχεδιασμού και διαχείρισης των αυξημένων αναγκών και εξαιτίας της κρίσης. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν η παράλογη γραφειοκρατία – τροχοπέδη στην διεκπεραίωση της δουλειάς, οι δικαστικές διώξεις με πλήθος καταδίκες συναδέλφων, κυρίως από τις τεχνικές και διοικητικές υπηρεσίες  που καθιέρωσαν ένα διευρυμένο κλίμα ανασφάλειας και άρνησης ανάληψης ευθυνών, οι έλεγχοι σκοπιμότητας με κύρια θύματα πάλι υπαλλήλους, οι άσχημες συνθήκες δουλειάς χωρίς κανόνες υγιεινής και ασφάλειας στην καθαριότητα και στα συνεργεία, τα ωράρια στους παιδικούς κλπ. Να τονισθεί ότι στους Δήμους υπάρχει πανσπερμία ειδικοτήτων, κλάδων, αντικειμένων, που εκ πρώτης όψεως δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους, γεγονός που κάνει ακόμη πιο δύσκολη την  ομογενοποίηση του χώρου. Και ακριβώς όλα τα προηγούμενα, μαζί με την γενικότερα αυξημένη κοινωνική ανασφάλεια, δημιούργησαν στους εργασιακούς χώρους κλίμα ανταγωνισμού, φόβου αλλά πολλές φορές και  υποταγής.
 Απέναντι σε όλα αυτά το υπάρχον συνδ. κίνημα φαίνεται ότι όχι απλά δεν μπορεί να βοηθήσει αλλά πολλές φορές χρησιμοποιεί ακριβώς τα αποτελέσματα της κρίσης  για την αναπαραγωγή του.
 Και εδώ νομίζω πως μπαίνει το ερώτημα, για την πλειοψηφία των εργαζόμενων που νιώθουν ότι δεν χρωστούν τίποτα σε κανένα, αλλά  και για όσες συνδ. δυνάμεις έχουν διαφορετική αντίληψη και λογική. Θα συνεχίσουν να συμμετέχουν σε αδιέξοδες συνδ. διαδικασίες, με το κίνδυνο να γίνουν μέρος του προβλήματος ή θα διαχωρίσουν την θέση τους; Θα συνεχίσουν την αντιπαράθεση με το υφιστάμενο πελατειακό σύστημα μέσα στο δικό του γήπεδο (με υπαρκτό τον κίνδυνο της προσαρμογής ή της ήττας) ή θα ανοίξουν το πεδίο της διεκδίκησης και αντιπαράθεσης με βάση τις νέες ανάγκες και προβλήματα;
 Τι απομένει άραγε από την ουσία του συνδικαλισμού, όταν έχουν καθιερωθεί οι ελαστικές σχέσεις εργασίας και οι έκτακτοι στις ανταποδοτικού χαρακτήρα υπηρεσίες;  Όταν, δίχως συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας, οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα υπερφορτώνουν (πολλές φορές) όπως –όπως τα απορριμματοφόρα, για να προλάβουν να αδειάσουν σε χωματερές τοξικές βόμβες και η ανακύκλωση παραμένει άπιαστο όνειρο; Όταν η παράλογη γραφειοκρατία και πολυνομία έχει στραγγαλίσει τις λειτουργίες των υπηρεσιών; Όταν συνάδελφοι σέρνονται απροστάτευτοι στα δικαστήρια και καταδικάζονται γιατί, στις περισσότερες περιπτώσεις, κάνανε σωστά την δουλειά τους; Όταν με τους ελέγχους σκοπιμότητας ποινικοποιείται  η ίδια η εργασία; Όταν οι εργαζόμενοι στους παιδικούς σταθμούς δουλεύουν σε κατάσταση πανικού, λόγο υπεράριθμων παιδιών και αυξημένων ωραρίων;  Όταν οι κοινωνικές υπηρεσίες προσφέρουν ελεημοσύνη, στους μη έχοντες συμπολίτες μας, με εργαζόμενους εθελοντές;  Όταν η ίση και νόμιμη μεταχείριση έχει πάει περίπατο με μετακινήσεις σε καλύτερες θέσεις των «δικών μας παιδιών» και ορισμούς προϊσταμένων κατά το δοκούν;
 Βέβαια όλα τα προηγούμενα δεν έγιναν τυχαία. Ήταν συνειδητές πολιτικές επιλογές κυβερνήσεων με στόχο το χτύπημα του όποιου κοινωνικού χαρακτήρα είχε απομείνει στις Δημοτικές Υπηρεσίες και την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας τους σύμφωνα με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς. Είχαν επίσης στόχο να διασπάσουν και να υποτάξουν τους εργαζόμενους και ακόμη, να περιθωριοποιήσουν  την επιρροή του υπάρχοντος συνδικαλισμού, μιας και κατέληξε άχρηστος εταίρος στις νέες επιλογές κράτους - κεφαλαίου την περίοδο των μνημονίων.
 Μπροστά σε όλα αυτά, τι νόημα έχει η διεξαγωγή ακριβών συνεδρίων σε πολυτελή ξενοδοχεία που σκόπιμα καλλιεργούν τεχνητές εντάσεις για να συσπειρώσουν συνδικαλιστικούς στρατούς, αλλά στην ουσία αυξάνουν τα αισθήματα της απογοήτευσης,   απαξιώνουν τις συλλογικές διαδικασίες, συνεισφέρουν στην συκοφάντηση των εργαζομένων; Τι νόημα έχει να γίνονται συνέδρια που εδραιώνουν στα μάτια της κοινωνίας μια γενική εικόνα μπάχαλου και αδιεξόδου; 
 Τελικά μήπως έφτασε η ώρα οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να απαιτήσουν τον έλεγχο αυτών των διαδικασιών;  Γιατί δεν είναι μόνο τα χρήματα που ξοδεύονται άσκοπα, αλλά και η ουσία, η συζήτηση που δεν γίνεται  για όσα μας απασχολούν. Για παράδειγμα, αντί συνεδρίου, ανά τριετία, μπορούν να θεσμοθετηθούν αποκεντρωμένες διαδικασίες, για συζήτηση και λήψη αποφάσεων για τα κεντρικά και επιμέρους προβλήματα, σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Οι γεν. συνελεύσεις των σωματείων μπορούν να εισηγούνται και να προτείνουν δράσεις.
 Τα προβλήματα είναι πολλά και σύνθετα. Από τον αναχρονιστικό τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών την έλλειψη σχεδιασμού και στόχων, την γραφειοκρατία, την διεκπεραιωτική φύση των εργασιών και την κατάπνιξη πρωτοβουλιών, την γήρανση του προσωπικού κ.α. Μέχρι την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια του προσωπικού, τον ανταγωνισμό, την άνιση μεταχείριση, το έλλειμμα δικαιοσύνης, την υποτίμηση της εργασίας και του εργαζόμενου. Όλα αυτά δημιουργούν ένα δημόσιο αφιλόξενο – εχθρικό – σπάταλο, μακριά από τις ανάγκες  πολίτη και εργαζόμενου, εδραιώνουν στην κοινωνία αντιλήψεις περί τεμπέληδων, δημιουργούν άβουλους εργαζόμενους.
 Στις άμεσες  προτεραιότητες των διεκδικήσεων των εργαζομένων πρέπει να είναι η αποκατάσταση της δημοκρατίας της δικαιοσύνης της αξιοπρέπειας και της ισονομίας, αξίες που υποτιμήθηκαν βάναυσα τα προηγούμενα χρόνια. Από κει και πέρα  πρέπει η προσοχή να στραφεί και στις ανάγκες τις κοινωνίας.  Πρέπει να γίνει συνείδηση ότι δεν μπορεί να υπάρξει επιβίωση μιας νησίδας  ενός κλάδου, όταν τριγύρω η ανεργία και η φτώχεια έχουν πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις. Ζητήματα από την διαχείριση των απορριμμάτων την ανακύκλωση και την εξοικονόμηση ενέργειας, μέχρι την λειτουργία των παιδικών σταθμών και των κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά και  ζητήματα  χωροταξίας και  ελεύθερων χώρων, οργάνωσης των υπηρεσιών,  ελαστικών μορφών απασχόλησης κλπ,  πρέπει να αποτελέσουν πεδία κριτικής και παρέμβασης. Έτσι μπορεί να δοθεί και μια ουσιαστική διάσταση στην διεκδίκηση  οικονομικών αιτημάτων, όχι σαν μια συντεχνιακή απαίτηση ξεκομμένη από το σύνολο της κοινωνίας, αλλά σαν συνειδητή διεκδίκηση αυτών που δικαιωματικά και αποδεδειγμένα μας ανήκουν.
* ο Πέτρος Τσιβίδης είναι εργαζόμενος στον Δήμο Καλαμαριάς με πολύχρονη παρουσία στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες . Ο Πέτρος διακρινόταν πάντα για την κριτική του σκέψη και αυτό αποτυπώνεται και στο άρθρο του, που δημοσιέυουμε σήμερα.
Υ.Γ για μένα ο Πέτρος είναι πάντα και ένας καλός φίλος.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου